ΣΠΑΣΤΕ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ... ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ! ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΑΟΣ!

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΜΗΝΥΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΘΝΟΚΤΟΝΟΥΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ : ΤΗΝ ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ΤΗΝ ΔΙΔΑΧΘΗΚΑΤΕ ΠΟΤΕ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ; ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ;



Πέταξε τότε ο ξακουστός, Δυσσέας τα κουρέλιακαι στο κατώφλι πήδηξε, κρατώντας το δοξάρικαι τη σαϊτοθήκη του γεμάτη με σαΐτες,κι έτσι είπε, αφού τις σώριασε μπροστά του, στους μνηστήρες·«Τέλεψε αυτός ο δύσκολος αγώνας πια, και τώρασ’ άλλο σημάδι, που κανείς δε χτύπησε, θα ρίξω,αν το πετύχω και χαρά μου δώσει τέτοια ο Φοίβος».Είπε και στέλνει την πικρή σαΐτα στον Αντίνο.Την ώρα εκείνη...δίχερο χρυσό όμορφο ποτήριχ 10 να πάρει ετοιμαζόντανε, και να, στο χέρι το ᾽χεχ 11 να πιει κρασί, μήτε έβαζε το θάνατο στο νου του.χ 12 Ποιος θα το φανταζότανε, πως ένας άντρας μόνοςχ 13 σε τόσους ομοτράπεζους, και παλικάρι ας ήταν,χ 14 χάρο θα του ᾽δινε πικρό και μαυρισμένη μοίρα;χ 15 Τον σημαδεύει στο λαιμό και τη σαΐτα ρίχνειχ 16 κι αντίκρυ η μύτη πέρασε απ’ τ’ απαλό του ζνίχι.χ 17 Έγειρε δίπλα, του ‘πεσε και το ποτήρι κάτωχ 18 κι απ’ τα ρουθούνια ανάβρυσε με μιας πηχτό το αίμα,χ 19 και με τα πόδια του, συχνά κλωτσώντας το τραπέζι,χ 20 έριξε κάτω τα φαγιά στη γης και λερωθήκαν,χ 21 κι ανακατώθηκαν ψωμιά και κρέατα ψημένα.χ 22 Τότε οι μνηστήρες, βλέποντας πως έπεσε άντρας κάτω,χ 23 βάλανε αμέσως τις φωνές κι απάνου απ’ τα θρονιά τουςχ 24 πετάχτηκαν και σκόρπισαν στο σπίτι, και τους τοίχουςχ 25 παντού τριγύρω κοίταζαν τους ομορφοκτισμένους, // μα μήτε ασπίδα βλέπανε μήτε γερό κοντάρι.χ 26 Και το Δυσσέα βρίζανε με λυσσασμένα λόγια·χ 27 «Μωρέ, άσκημα το σκέφτηκες να ρίχνεις στους ανθρώπους.χ 28 Μα άλλον αγώνα δε θα ιδείς, τώρα το τέλος σου ήρθε.χ 29 Μωρέ, το πρώτο σκότωσες στο Θιάκι αρχοντοπαίδι,χ 30 Γι’ αυτό και σένα τώρα εδώ τα όρνια θα σε φάνε».χ 31 Έτσι είπαν, γιατί νόμιζαν πως άντρα να σκοτώσειχ 32 δεν ήθελε. Μα αυτό οι τυφλοί δεν έβαλαν στο νου τους,χ 33 πως η παγίδα του χαμού στημένη ήταν για όλους.χ 34 Τότε λοξά τον κοίταξε κι έτσι ο Δυσσέας του ‘πε˙χ 35 «Σκυλιά, που στοχαστήκατε πως πίσω στην πατρίδα χ 36 δε θα γυρίσω, κι άπονα μου τρώτε το σπίτιχ 37 και στανικώς πλαγιάζατε τις, δούλες, κι ενώ ζούσαχ 38 θέλατε τη γυναίκα μου να κάμετε δική σας,χ 39 δίχως θεούς που κατοικούν τα ουράνια, να φοβάστε,χ 40 μήτε πως θα ᾽ρθει η εκδίκηση καμιά φορά από κάποιον.χ 41 Μα να, τα δίχτυα. απλώθηκαν απάνω σας του χάρου».χ 42 Έτσι είπε, κι όλων κόπηκαν τα ήπατα απ’ τον τρόμο,χ 43 και ζάρωνε ο καθένας τους για να σωθεί απ’ το χάρο.χ 44 Κι απ’ όλους ο Ευρύμαχος το λόγο πήρε κι είπε·χ 45 «Αν είσαι αλήθεια εσύ ο Θιακός Δυσσέας που ήρθες πίσω,χ 46 όλα σωστά τους τα ᾽ψαλες γι’ αυτά που σου ᾽χουν κάμειχ 47 πλήθος στο σπίτι σου άνομα, πλήθος, και στ’ αγαθά σου.χ 48 Μα, να, ο Αντίνος κείτεται νεκρός, ο πρώτος φταίχτης.χ 49 Γιατί όλες τις δουλειές αυτές τις έβγαλε μονάχος,χ 50 όχι γιατί τον έσπρωχνε του γάμου ανάγκη ή πόθος,χ 51 μόν’ έτρεφε άλλα στην καρδιά που σε καλό δε βγήκαν,χ 52 αυτός μες στο κοσμάκουστο να βασιλέψει Θιάκιχ 53 και να σκοτώσει, σταίνοντας καρτέρι, το παιδί σου.χ 54 Μα τώρα αυτός σαν έπεσε, καθώς του ταίριαζε έτσι,χ 55 λυπήσου το λαό σου εσύ κι εμείς στερνά απ᾽ τη χώραχ 56 συνάζουμε όσα πιώθηκαν κι όσα σου φαγωθήκαν.χ 57 Είκοσι βόδια πρόστιμο καθένας θα πλερώσειχ 58 κι όσο χρυσάφι και χαλκό θα γιάνουν την καρδιά σου.χ 59 Μα πριν τα πάρεις, άδικο μαζί μας να θυμώνεις».χ 60 Τότε λοξά τον κοίταξε κι έτσι ο Δυσσέας του ‘πε·χ 61 «Ευρύμαχε, κι αν όλα μου τα πατρικά γυρίστε,χ 62 κι όσα είναι όλο σας το βιός και βάλτε κι άλλα τόσα,χ 63 μήτε έτσι δεν τα σταματώ τα χέρια απ’ τη σφαγή σαςχ 64 πριν ένα κι ένα τ’ άδικα πλερώσουν οι μνηστήρες.χ 65 Διαλέξτε τώρα αν θα σταθεί κανείς να πολεμήσει,χ 66 είτε θα φύγει, από σφαγή και χάρο να γλιτώσει.χ 67 Όμως, θαρρώ, απ’ τα νύχια μου κανείς δε θα ξεφύγει»·χ 68 Έτσι είπε κι όλων κόπηκαν τα ήπατα απ’ τον τρόμοχ 69 κι απ’ όλους ο Ευρύμαχος δευτέρωσε έτσι πάλε·χ 70 «Τ’ άπιαστα χέρια αυτός, παιδιά, δε θα τα σταματήσει,χ 71 μόν’ το δοξάρι όσο βαστά και τη σαϊτοθήκη,χ 72 θα ρίχνει απ’ το πελεκητό κατώφλι, ως ότου τέλοςχ 73 να με ξεκάμει. Μόν’ εμπρός, κανείς ας μη δειλιάσει.χ 74 Τραβήξτε τα μαχαίρια σας. Προβάλτε τα τραπέζιαχ 75 μπροστά στις γοργοθάνατες σαΐτες κι όλοι απάνωχ 76 ας του ριχτούμε μαζωχτοί, ν’ αναγκαστεί την πόρτα // ν’ αφήσει και το πέτρινο κατώφλι κι όξω αμέσωςχ 77 να πεταχτούμε, αλαλαγμός να σηκωθεί στη χώρα,χ 78 να μάθει τότε τη στερνή πως έριξε σαΐτα».χ 79 Είπε κι ευτύς το δίστομο χαλκόμυτο μαχαίριχ 80 τραβάει κι απάνω του όρμησε, σκούζοντας μ’ άγρια λύσσα.χ 81 Μα στη στιγμή μια σαϊτιά του τίναξε ο Δυσσέαςχ 82 στα στήθια, κάτω απ’ το βυζί, κι η φτερωτή σαΐταχ 83 μπήχτηκε στο συκώτι του, και το μαχαίρι κάτωχ 84 του ‘πεσε και σωριάστηκε τριγύρω στο τραπέζιχ 85 τρικλίζοντας και σκόρπισε τα δίχερα ποτήριαχ 86 και τα φαγιά στο πάτωμα, και καταγής χτυπούσεχ 87 το μέτωπο, και στο θρονί κλωτσούσε με τα πόδια,χ 88 κι ευτύς τα μάτια του θολό τα σκέπασε σκοτάδι.χ 89 Τότε όρμησε ο Αμφίνομος στον ξακουστό Δυσσέα.χ 90 μ’ ένα μαχαίρι μυτερό, ίσως χυθεί απ’ την πόρτα,χ 91 μα πρόφτασε ο Τηλέμαχος με χάλκινο κοντάρι,χ 92 και πίσω του το φύτεψε ανάμεσα στους ώμουςχ 93 και πέρασε στα στήθια του μπροστά το χάλκινο όπλο.χ 94 Έπεσε κάτω και στη γης χτύπησε η κεφαλή του,χ 95 Τότε άφησε ο Τηλέμαχος στο σώμα του Αμφινόμουχ 96 μπηγμένο το μακρόλαιμο κοντάρι και τραβήχτη, // γιατί φοβόταν, το βαρύ κοντάρι αν θα τραβούσε,χ 97 μη τον βαρέσει άλλος κανείς χυμώντας με μαχαίριχ 98 ή τον τρυπήσει πίσω του σαν ήτανε σκυμμένος.χ 99 Έτρεξε μ’ ένα πήδημα και στον πατέρα του ήρθε,χ 100 κι όπως κοντά του στάθηκε του λέει με δυο του λόγια·χ 101 «Ασπίδα και κοντάρια δυο, πατέρα, θα σου φέρωχ 102 και κράνος χάλκινο, καλά να στέκει στα μηλίγγια,χ 103 κι έτσι θ’ αρματωθώ κι εγώ κι ο Εύμαιος κι ο βουκόλος.χ 104 Γιατί, θαρρώ, καλύτερα να πάρουμε άρματα όλοι».χ 105 Κι απάντησε ο πολύσοφος Δυσσέας κι έτσι του ‘πε˙χ 106 «Τρέχα και φέρ’ τα όσο βαστούν να πολεμώ οι σαΐτες,χ 107 μήπως, αν μείνω μόνος μου, με σπρώξουν απ’ την πόρτα».χ 108 Έτσι είπε, κι ο Τηλέμαχος του κάνει ευτύς το λόγοχ 109 κι έτρεξε μέσα στον οντά που τα λαμπρά ήταν όπλα.χ 110 Κοντάρια πήρε εκείθε οχτώ και τέσσερες ασπίδες,χ 111 τέσσερα κράνα χάλκινα με φούντα αλόγου απάνω,χ 112 κι αμέσως πίσω γύρισε και στο Δυσσέα πήγε.χ 113 Κι ως ήρθε, πρώτος φόρεσε τα χάλκινα άρματά του,χ 114 καθώς κι οι δυο του παραγιοί, και στον πολυτεχνίτηχ 115 θεϊκό Δυσσέα τρέξανε και στάθηκαν κοντά του.χ 116 Κι ενόσω ακόμα το ᾽μεναν να πολεμά σαΐτεςχ 117 όλο κι από ᾽να σκότωνε μνηστήρα στο παλάτι,χ 118 χτυπώντας πάντα, κι έπεφταν σωρός εκείνοι εμπρός του.χ 119 Κι όταν πια τέλος σώθηκαν του βασιλιά οι σαΐτες,χ 120 έστησε το δοξάρι του γυρτό στον παραστάτηχ 121 του μαρμαρένιου παλατιού, στους γυαλισμένους τοίχους,χ 122 κι ασπίδα αμέσως φόρεσε τετράδιπλη στους ώμουςχ 123 και στ’ όμορφο κεφάλι του καλοφτιασμένο κράνοςχ 124 μ’ αλόγου ουρά και σειούντανε φριχτή από πάνω η φούντα,χ 125 και πήρε δυο χαλκόδετα βασταγερά κοντάρια.χ 126 Στον τοίχο τον καλόχτιστο είχε ένα πανωπόρτιχ 127 κι απ’ το κατώφλι τ’ ακρινό του παλατιού είχε δρόμοχ 128 στενό, κλεισμένο από πυκνά, καλόδετα σανίδια.χ 129 Μόνο απ’ εκεί μπορούσανε να μπουν, κι εκεί ο Δυσσέαςχ 130 πρόσταξε το χοιροβοσκό, κοντά να πάει να στέκει.χ 131 Τότε ο Αγέλαος φώναξε σ’ όλους τους άλλους κι είπε˙χ 132 «Παιδιά, δεν θ’ ανεβεί κανείς στο πανωπόρτι απάνωχ 133 για να φωνάξει το λαό, γοργά η φωνή να φτάσει;χ 134 Κι αυτός, πια τότε τη στερνή σαΐτα του να ρίξει».χ 135 Κι απάντησε ο γιδοβοσκός Μελάνθιος και του λέει˙χ 136 «Θεοθρεμμένε Αγέλαε, δεν είναι αυτό, κοντά είναιχ 137 μες στην αυλή πόρτες γερές και δύσκολη η μπασιά τηςχ 138 κι ένας μπορεί να τους κρατεί αν είναι παλικάρι.χ 139 Μα ελάτε τώρα απ’ τον οντά τ’ άρματα θα σας φέρω,χ 140 γιατί θαρρώ πως μέσα εκεί, κι όχι αλλού πως τα ᾽χειχ 141 φυλάξει ο Δυσσέας. μαζί με το λαμπρό το γιο του».χ 142 Έτσι είπε κι ο γιδοβοσκός Μελάνθιος απ’ τη σκάλαχ 143 ανέβηκε μες στον οντά τρεχάτος του Δυσσέα.χ 144 Κοντάρια πήρε δώδεκα κι ασπίδες άλλες τόσες,χ 145 δώδεκα κράνα χάλκινα μ’ αλόγου φούντα απάνωχ 146 κι αφού τα πήρε, τρέχοντας τα πήγε στους μνηστήρες.χ 147 Γόνατα τότε και καρδιά λυθήκαν του Δυσσέα,χ 148 ως είδε ν’ αρματώνουνται, και τα μακριά κοντάριαχ 149 να σειουν, και ζόρικη η δουλειά του φάνηκε πως ήταν.χ 150 Κι έτσι είπε στον Τηλέμαχο με πεταχτά του λόγια·χ 151 «Καμιά γυναίκα πόλεμο, Τηλέμαχε, εδώ μέσα,χ 152 μας άνοιξε έτσι τρομερό. Μπορεί κι ο Μελανθέας».χ 153 Κι ο συνετός Τηλέμαχος τ’ απάντησε έτσι κι είπε·χ 154 «Δικό μου είναι το φταίξιμο, πατέρα μου, κι όχι άλλου,χ 155 που πήγα κι άνοιξα του οντά τη σφαλισμένη πόρταχ 156 κι ύστερα δεν την έκλεισα και με στοχάστηκε άλλος.χ 157 Μόν᾽, Εύμαιε, τρέχα γρήγορα την πόρτα να σφαλίσεις,χ 158 και μάθε αυτά αν μας τα ᾽καμε καμιά απ’ τις παρακόρεςχ 159 ή μήπως ο Μελάνθιος, καθώς τον βάζει ο νους μου».χ 160 Κι εκεί που τέτοια λέγανε μιλώντας μεταξύ τους,χ 161 ξανάτρεξε ο γιδοβοσκός Μελάνθιος, κι άλλα ακόμαχ 162 όπλα να φέρει απ’ τον οντά. Τον πήρε όμως το μάτιχ 163 του Εύμαιου του χοιροβοσκού κι έτσι είπε στο Δυσσέα·χ 164 «Γιε του Λαέρτη, θεϊκέ πολύτεχνε Δυσσέα,χ 165 το διαστρεμμένο αυτό κορμί, που βάλαμε στο νου μας,χ 166 πάει στον οντά για τ’ άρματα. Μόν’ φώτισέ με τώρα,χ 167 το αίμα, αν θέλεις, να του πιω, ανίσως τον νικήσω,χ 168 ή να στον κουβαλήσω εδώ να τα πλερώσει όλαχ 169 τ’ άδικα που στο σπίτι σου σου κάνει τόσα χρόνια».χ 170 Κι απάντησε ο πολύσοφος Δυσσέας κι έτσι του ‘πε·χ 171 «Εγώ με τον Τηλέμαχο τους άτροπους μνηστήρεςχ 172 μέσα θα τους κρατήσουμε, μ’ όσην ορμή κι αν δείξουν.χ 173 Σεις τώρα αυτόν πιστάγκωνα δέστε του χέρια πόδια,χ 174 κι αφού τον μπάστε στον οντά, δέστε καλά την πόρτα,χ 175 και μια θηλιά από πάνω του πλεχτή σαν του περάστε,χ 176 σύρτε τον πάνω στην κορφή του στύλου, όσο να φτάσειχ 177 τα πάτερα, κι ώρες εκεί να σβήσει μες στους πόνους».χ 178 Είπε, κι αυτοί τον άκουσαν κι όπως τους είπε κάνουν,χ 179 και τρέξανε όλοι στον οντά δίχως αυτός να νιώσει.χ 180 Στο βάθος ήταν κι έψαχνε ζητώντας όπλα να ᾽βρει,χ 181 κι αυτοί στα πλάγια στάθηκαν της πόρτας καρτερώντας.χ 182 Κι ως πάτησε ο γιδοβοσκός Μελάνθιος το κατώφλι,χ 183 κρατώντας στο ᾽να χέρι του πεντάμορφο ένα κράνοςχ 184 και στ’ άλλο ασπίδα ευρύχωρη, παλιά και μουχλιασμένη,χ 185 που τη φορούσε ο ξακουστός Λαέρτης νιος σαν ήταν,χ 186 μα άχρηστη τώρα κείτουνταν κι είχαν λυθεί οι ραφές τηςχ 187 χύμηξαν τότε απάνω του κι απ’ τα μαλλιά τον σέρνουνχ 188 μες στον οντά και καταγής στο πάτωμα τον ρίχνουνχ 189 σβημένο και του δέσανε σφιχτά χέρια και πόδιαχ 190 πιστάγκωνα, όπως πρόσταξε ο θεϊκός Δυσσέας.χ 191 ο γιός του Λαέρτη.χ 192 Κι αφού σκοινί του πέρασαν πλεγμένο απ’ το κορμί τουχ 193 στο στύλο τον κρεμάσανε, τα πάτερα να φτάσει,χ 194 Τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, περιγελώντας του ‘πες·χ 195 «Τώρα, Μελάνθιε, σ’ απαλό κρεβάτι πλαγιασμένοςχ 196 όπως σου πρέπει ακοίμητος τη νύχτα θα περάσεις.χ 197 Και μήτε η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμμένη Αυγούλαχ 198 δε θα σε σκιάξει απ’ του Ωκεανού το ρέμα σαν προβάλει,χ 199 την ώρα πόρχεσαι τ’ αρνιά και φέρνεις στους μνηστήρες».χ 200 Έτσι δεμένο στα σφιχτά δεσμά του τον αφήκαν,χ 201 κι αφού ζωστήκαν τ’ άρματα και κλείσανε την πόρτα,χ 202 τρέξανε στο βαθύσοφο πολύτεχνο Δυσσέα.χ 203 Στάθηκαν τότε οι τέσσερεις απάνω στο κατώφλι,χ 204 φωτιά γεμάτοι, κι οι πολλοί μνηστήρες από μέσα.χ 205 Τότε ήρθε κι η θεά Αθηνά, του Δία η θυγατέρα,χ 206 στ’ ανάστημα και στη φωνή του Μέντορα συνόμοια,χ 207 Κι όπως την είδε χάρηκε κι έτσι ο Δυσσέας είπε.χ 208 «Βόηθα μας, Μέντορα, σ’ αυτή τη σφίξη και θυμήσουχ 209 το φίλο κι ευεργέτη σου και συνομήλικό σου».χ 210 Είπε κι ο νους του στη θεά την πολεμάρχα πήγεχ 211 Μα κι οι μνηστήρες απ’ αλλού της φώναζαν και πρώτοςχ 212 της έσκουζε ο Αγέλαος ο γιος του Δαμαστόρου˙χ 213 «Μέντορα, μην καταπειστείς στα λόγια του Δυσσέαχ 214 και πας μαζί του, πόλεμο ν’ ανοίξεις στους μνηστήρες.χ 215 Γιατί κι εμάς η γνώμη μας αυτή είναι και θα γίνει.χ 216 Όταν αυτούς ξεκάμουμε, μαζί γιο και πατέρα,χ 217 με το κεφάλι σου και συ στερνά θα τα πλερώσεις,χ 218 όσα στο νου σου μελετάς να κάμεις εδώ μέσα,χ 219 Κι όταν με το γερό σπαθί σας βγάλουμε απ’ τη μέση,χ 220 όσα σου βρίσκονται αγαθά στο σπίτι σου κι απόξω,χ 221 όλα με του Δυσσέα το βιος θα γίνουν ένα, κι ούτεχ 222 τους γιους σου και τις κόρες σου και το γλυκό σου ταίριχ 223 θ’ αφήσουμε έτσι ζωντανούς να τριγυρνούν στο Θιάκι».χ 224 Έτσι είπε κι άναψε ο θυμός ακόμα της Παλλάδας,χ 225 και το Δυσσέα με πικρά τον αποπήρε λόγια·χ 226 «Δεν έχεις πια στα στήθια σου καρδιά, Δυσσέα, και θάρρος,χ 227 ως όταν για την όμορφη αρχοντοκόρη Ελένηχ 228 χρόνους, εννιά ακατάπαυτα τους Τρώες πολεμούσες,χ 229 κι άπειρους σκότωνες οχτρούς μες στη φωτιά της μάχης,χ 230 κι απ’ τη βουλή σου πάρθηκε το κάστρο του Πριάμου.χ 231 Πώς τώρα, ενώ στο σπίτι σου και στ’ αγαθά σου φτάνεις,χ 232 μπρος στους μνηστήρες δεν τολμάς το θάρρος σου να δείξεις;χ 233 Μόν’ έλα, στάσου δίπλα μου, καημένε μου, να μάθειςχ 234 πώς πολεμάει ο Μέντορας μες στων οχτρών το πλήθος,χ 235 και πώς στον ευεργέτη του καλό του ανταποδίνει».χ 236 Είπε, μα ακόμα κατ’ αυτούς δεν έκλινε τη νίκη,χ 237 μόν’ ήθελε του ξακουστού Δυσσέα και του γιου τουχ 238 να δοκιμάσει την αντρειά και της καρδιάς το θάρρος.χ 239 Και πέταξε στου παλατιού την μαυροκαπνισμένηχ 240 σκεπή κι απάνω κάθισε σα χελιδόνι αγνάντια.χ 241 Και τους μνηστήρες ψύχωνε ο γιος του Δαμαστόρου,χ 242 Αγέλαος κι ο Ευρύνομος μαζί κι ο Αμφιμέδος,χ 243 του Πολυχτόρου ο Πείσανδρος, ο συνετός Πολύβοςχ 244 κι ο Δημοπτόλεμος. Αυτοί μες στους μνηστήρες ήτανχ 245 οι πρώτοι στην παλικαριά και μόνοι ακόμα ζούσαν, // και προσπαθούσαν τη ζωή να σώσουν πολεμώντας.χ 246 Τους άλλους πια τους ξέκαμαν οι φτερωτές σαΐτες.χ 247 Τότε άρχισε ο Αγέλαος και σ’ όλους μίλησε έτσι·χ 248 «Τ’ άπιαστα χέρια αυτός, παιδιά, σε λίγο θα κρατήσει.χ 249 Τού ᾽φυγε πια κι ο Μέντορας με τα παχιά τα λόγια,χ 250 κι αυτοί μονάχοι απόμειναν στα πρωτοπόρτια απάνω.χ 251 Και τώρα τα κοντάρια σας μαζί μη ρίχνετε όλοι,χ 252 μόν’ έξι ας κάμουν την αρχή, ίσως μας δώσει ο Δίαςχ 253 τη δόξα να χτυπήσουμε στα στήθια το Δυσσέα.χ 254 Αυτός, να πέσει, κι έπειτα τους άλλους ποιος τους πιάνει».χ 255 Έτσι είπε, κι όπως πρόσταξε με λύσσα ρίξανε όλοι,χ 256 μα τα ᾽φερε η θεά Αθηνά να πάνε όλα χαμένα.χ 257 Κι άλλος απάνω χτύπησε στου παλατιού το στύλο,χ 258 άλλος στην πόρτα την κλειστή κι άλλος τον τοίχο βρήκε.χ 259χ 260 Κι απ’ τα γερά σα γλίτωσαν κοντάρια των μνηστήρων,χ 261 τότε άρχισε ο πολύπαθος θεϊκός Δυσσέας κι είπε·χ 262 «Κι εγώ, παιδιά, μες στο σωρό θα ᾽λεγα των μνηστήρωνχ 263 να ρίξουμε, που λαχταρούν να μας ξεκάνουν κιόλαςχ 264 κοντά στις άλλες συμφορές που από καιρό μας κάνουν».χ 265 Έτσι είπε κι όλοι στο πετσί σημάδεψαν και ρίχνουνχ 266 τα χάλκινα κοντάρια τους. Και σκότωσε ο Δυσσέαςχ 267 πρώτος το Δημοπτόλεμο, τον Ευρυάδη ο γιος του,χ 268 τον Έλατο ο χοιροβοσκός, τον Πείσανδρο ο βουκόλος.χ 269 Κι αυτοί όπως έπεσαν στη γης δαγκάσανε τις πέτρες,χ 270 κι όλοι οι λοιποί σκορπίσανε στου παλατιού το βάθος.χ 271 Τρέχουν κι εκείνοι κι έβγαλαν απ’ τους νεκρούς τις λόγχες·χ 272 Πάλε οι μνηστήρες έριξαν με λύσσα τα κοντάριαχ 273 μα τα ᾽φερε η θεά Αθηνά και πήγανε χαμένα.χ 274 Κι άλλος απάνω χτύπησε στου παλατιού το στύλοχ 275 κι άλλος στην πόρτα την κλειστή κι άλλος κατά τον τοίχο.χ 276 Ξώδερμα τον Τηλέμαχο βάρεσε ο Αμφιμέδοςχ 277 στο χέρι, και του ξέγδαρε στην άκρη το πετσί του.χ 278 Και του Ευμαίου ο Κτήσιππος πιο πάνω απ’ την ασπίδα.χ 279 του χάραξε τον ώμο του με το μακρύ κοντάρι,χ 280 κι έτσι όπως πέρασε ψηλά, έπεσε πίσω κάτω.χ 281 Πάλε κι αυτοί με το θεϊκό πολύπαθο Δυσσέαχ 282 μες στων μνηστήρων το σωρό πετούσαν τα κοντάρια.χ 283 Τον Ευρυδάμα χτύπησε ο πορθητής Δυσσέαςχ 284 κι ο συνετός Τηλέμαχος τον Αμφιμέδο βρήκεχ 285 τον Πόλυβο ο χοιροβοσκός. Τον Κτήσιππο ο βουκόλοςχ 286 κατάστηθα τον χτύπησε κι έτσι περήφανα είπε·χ 287 «Να, Κτήσιππε, περίγελο, άλλη φορά να μάθειςχ 288 να μην παινιέσαι αστόχαστα, μόν’ τους θεούς ν’ αφήνεις,χ 289 που ‘ναι από σένα ανώτεροι, αυτοί ν’ αποφασίζουν.χ 290 Σε πλέρωσα για την κλωτσιά που του θεϊκού Δυσσέα.χ 291 του ᾽δωσες μες στο σπίτι του σαν ήρθε σα ζητιάνος».χ 292 Έτσι είπε των στριφτόποδων βοδιών ο επιστάτης.χ 293 Και τον Αγέλαο χτύπησε από κοντά ο Δυσσέας,χ 294 το Λειώκριτο ο Τηλέμαχος βάρεσε στα λαγγόνιαχ 295 κι απ’ τ’ άλλο μέρος πέρασε και βγήκε το κοντάρι.χ 296 Έπεσε μπρούμτα και στης γης βρόντησε η κεφαλή του.χ 297 Τότε έδειξε η θεά Αθηνά την αντροφάγα ασπίδαχ 298 ψηλά απ’ τη σκέπη του σπιτιού και τρόμαξε η καρδιά τους,χ 299 και στο παλάτι σκόρπισαν ευτύς σαν τα γελάδιαχ 300 όταν η μύγα τις σκορπά με τα κεντήματά τηςχ 301 μες στον καιρό της άνοιξης που ᾽ναι μεγάλη η μέρα.χ 302 Κι όπως χυμούν γαντζόνυχοι αϊτοί καμαρομύτεςχ 303 απ’ τ’ ακροβούνια στα πουλιά, κι εκείνα φοβισμέναχ 304 τα νέφη αφήνουν, κι ως πετούν στον κάμπο, τ’ αφανίζουνχ 305 και δεν μπορούν αντίσταση να κάμουν ή να φύγουνχ 306 και το κυνήγι βλέποντας διασκεδάζει ο κόσμος,χ 307 έτσι κι εκείνοι χύθηκαν απάνω στους μνηστήρες,χ 308 κι εδώ κι εκεί τους θέριζαν, κι αυτοί βαριά βογκώνταςχ 309 έπεφταν κάτω κι έβαφε το αίμα τους το χώμα.χ 310 Τότε ο Λειώδης έπεσε στα πόδια του Δυσσέαχ 311 κι έτσι με δάκρυα το ᾽λεγε και τον παρακαλούσε·χ 312 «Σπλαχνίσου με και σώσε, με, Δυσσέα, σε ξορκίζω.χ 313 Γιατί ποτέ δεν πείραξα στο σπίτι σου γυναίκα˙χ 314 με λόγο είτε μ’ αταίριαστο φέρσιμο και τους άλλουςχ 315 μνηστήρες, όσοι τα ᾽καναν, τους έλεγᾳ να πάψουν.χ 316 Όμως αυτοί δεν πείθονταν απ’ το κακό ν’ απέχουν,χ 317 γι’ αυτό με θάνατο σκληρό τις αδικίες πλερώνουν.χ 318 Των σπλάχνων με είχαν ξηγητή κι αθώος θα πεθάνω,χ 319 ώστε κι οι πράξεις οι καλές στερνά δεν βρίσκουν χάρη»·χ 320 Τότε λοξά τον κοίταξε κι έτσι ο Δυσσέας του ‘πε˙χ 321 «Σπλάχνων κι αν ήσουν ξηγητός στους άλλους τους μνηστήρες,χ 322 πολλές φορές στο σπίτι μου θα το παρακαλούσεςχ 323 του ποθητού μου γυρισμού να μη χαράξει η μέρα,χ 324 κι απ’ το γλυκό το ταίρι μου και συ παιδιά να κάμεις.χ 325 Μα απ’ το σκληρό το θάνατο δε θα γλιτώσεις τώρα.».χ 326 Είπε και πήρε το σπαθί στο παχουλό του χέρι,χ 327 που τ’ άφησε ο Αγέλαος, σαν του ᾽βγαινε η ψυχή του,χ 328 στη γη. Μ’ εκείνο του ᾽κοψε το ζνίχι του στη μέση,χ 329 κι ενώ μιλούσε, κύλησε στο χώμα η κεφαλή του.χ 330 Ο Φήμιος ο τραγουδιστής τη μαυρισμένη μοίραχ 331 γλίτωσε εκεί, που στανικώς τραγούδαε στους μνηστήρες·χ 332 Στο ποραπόρτι στάθηκε κοντά και την κιθάραχ 333 κρατούσε τη γλυκόφωνη κι ανάδευε στο νου του,χ 334 απ’ το παλάτι όξω να βγει και στου προστάτη Δίαχ 335 σιμά να κάτσει το βωμό τον ομορφοχτισμένο,χ 336 όπου ο Λαέρτης έκαψε με το θεϊκό Δυσσέαχ 337 βοδιών μηριά αλογάριαστα, ή στου Δυσσέα να πέσειχ 338 τα γόνατα. Και πιο όφελος στο λογισμό του βρήκεχ 339 να τρέξει και στα γόνατα να πέσει του Δυσσέα.χ 340 Άφησε αμέσως καταγής τη βαθουλή κιθάρα,χ 341 κοντά στ’ αργυροκάρφωτο θρονί και στο κροντήρι,χ 342 και χύθηκε τα γόνατα να πιάσει του Δυσσέαχ 343 κι έτσι με λόγια φτερωτά θερμοπαρακαλούσε˙χ 344 «Σπλαχνίσου με και σώσε με, Δυσσέα, σε ξορκίζω.χ 345 Ανίσως τον τραγουδιστή σκοτώσεις, θα ᾽ρθει μέραχ 346 να λυπηθείς, που τραγουδώ και σε θεούς κι ανθρώπους.χ 347 Είμαι αυτοδίδαχτος εγώ κι άπειρα μες στο νου μουχ 348 τραγούδια μου ᾽βαλε ο θεός. Και πρέπει εγώ κοντά σουχ 349 σα σε θεό να τραγουδώ. Γι’ αυτό μη με χαλάσεις.χ 350 Θα σου το πει κι ο λατρευτός Τηλέμαχος ο γιος σου,χ 351 πως άθελα στο σπίτι σου, χωρίς κανένα πόθο,χ 352 ερχόμουνα να τραγουδώ στα δείπνα των μνηστήρων.χ 353 Αυτοί πολλοί και πιο τρανοί μ’ έφερναν με το ζόρι».χ 354 Έτσι, είπε κι άκουσε ο θεϊκός Τηλέμαχος κι αμέσωςχ 355 μίλησε στον πατέρα του, που ’ταν κοντά και του ‘πε˙χ 356 «Στάσου, και τον αθώο αυτόν, με το σπαθί μη βλάψεις.χ 357 Ακόμα και το Μέδοντα θα σώσουμε τον κράχτη,χ 358 που πάντα εμένα από παιδί στο σπίτι μ’ αγαπούσε,χ 359 όξω αν τον σκότωσε κι αυτόν ο Εύμαιος κι ο βουκόλος,χ 360 είτε μπροστά σου αν έτυχε την ώρα που χυμούσες».χ 361 Άκουσε ο κράχτης Μέδοντας το λόγο του, όπως ήτανχ 362 κρυμμένος κάτω απ’ το θρονί κι απάνω του είχε ρίξειχ 363 βοδιού τομάρι νιόγδαρτο το χάρο να ξεφύγει,χ 364 κι ευτύς πετιέται απ’ το θρονί, πετάει και το τομάρι,χ 365 και τρέχοντας τα γόνατα του Τηλεμάχου πιάνειχ 366 κι έτσι με λόγια φτερωτά του μίλησε και του ‘πε·χ 367 «Να με, παιδί μου. Στάσου εσύ, και μίλα στο γονιό σου,χ 368 τ’ ακονισμένο του σπαθί να μη με κόψει εμέναχ 369 μες στο θυμό του, που βαστά για τους μνηστήρες όλους,χ 370 που σ’ αψηφούσαν οι τρελοί, και του ᾽τρωγαν το βιός του».χ 371 Τότε του χαμογέλασε κι είπε ο σοφός Δυσσέας˙χ 372 «Μη φοβηθείς και τη ζωή να τη χρωστάς στο γιο μου,χ 373 για να το ιδείς και μόνος σου και να το πεις στους άλλους,χ 374 πως το καλό είναι ανώτερο απ’ την κακή την πράξη.χ 375 Συ τώρα κι ο πολύτεχνος τραγουδιστής καθίστεχ 376 όξω στην πόρτα της αυλής, μακριά απ’ τους σκοτωμένους,χ 377 όσο στο σπίτι ακόμα εγώ να κάμω ό,τι έχω ανάγκη».χ 378 Έτσι είπε κι όξω βγήκανε απ’ το παλάτι οι δυο τουςχ 379 και στο βωμό καθίσανε το Δία του μεγάλου,χ 380 κι εδώ κι εκεί κοιτάζανε το χάρο καρτερώντας.χ 381 Τότε ο Δυσσέας έψαχνε στο σπίτι του, αν κανέναςχ 382 ήταν κρυμμένος ζωντανός το χάρο να ξεφύγει.χ 383 Όλους τους είδε ένα σωρό στη σκόνη και στο αίμαχ 384 να κείτουνται κάτω στη γης, σαν ψάρια που οι ψαράδεςχ 385 τα φέρνουν όξω απ’ το γιαλό με δίχτυα στ ακρογιάλιχ 386 κι αυτά στον άμμο σπαρταρούν τη θάλασσα ποθώνταςχ 387 και σβήνει την ανάσα τους ο λαμπερός ο ήλιος.χ 388χ 389 Έτσι οι μνηστήρες κείτονταν ένας στον άλλο απάνω.χ 390 Τότε έτσι στον Τηλέμαχο είπε ο σοφός Δυσσέας·χ 391 «Φώναξε την Ευρύκλεια, Τηλέμαχε, τη βάγια,χ 392 που θέλω κάτι να της πω, που το ᾽χω μες στο νου μου».χ 393 Έτσι είπε, κι ο Τηλέμαχος του κάνει ευτύς το λόγο,χ 394 κι αφού την πόρτα χτύπησε της βάγιας φώναξε έτσι·χ 395 «Βάγια μου, σήκω κι έλα εδώ, που σ’ όλες μας τις δούλεςχ 396 που στο παλάτι βρίσκονται, παλιά επιστάτρα εσύ είσαι.χ 397 Λέει να ᾽ρθεις ο πατέρας μου να σου μιλήσει κάτι».χ 398 Είπε κι αυτός ο λόγος του δεν πέταξε χαμένος.χ 399 Και του ψηλού σαν άνοιξε του παλατιού την πόρταχ 400 ερχόνταν, κι ο Τηλέμαχος μπροστά την οδηγούσε.χ 401 Βρήκανε το Δυσσέα εκεί μες στ’ άψυχα κουφάριαχ 402 στις λέρες και στα αίματα χωμένον σα λιοντάρι,χ 403 που πάει, λαγκαδοκοίμητο σαν χόρτασε με βόδι,χ 404 και στάζουν τα σαγόνια του κι όλο το στήθος του αίμα,χ 405 και φαίνεται τρομαχτικό στην όψη να το βλέπεις,χ 406 έτσι ο Δυσσέας φαίνονταν χέρια και πόδια μαύρος.χ 407 Κι ως είδε η βάγια τους νεκρούς, το αίμα σαν ποτάμι,χ 408 πήγε να βάλει τις φωνές, τέτοια χαρά σαν είδε.χ 409 Μα τη σταμάτησε ο θεϊκός Δυσσέας να φωνάξει,χ 410 κι έτσι στη βάγια μίλησε με φτερωμένα λόγια·χ 411 «Μέσα σου κράτα τη χαρά και μη φωνάζεις, βάγια,χ 412 γιατί είναι κρίμα τους νεκρούς να χαίρεσαι όταν βλέπεις.χ 413 Η μοίρα αυτούς τους χάλασε και τα κακά τους έργα.χ 414 Γιατί κανένα απ’ τους θνητούς ανθρώπους δεν ψηφούσαν,χ 415 μήτε καλό μήτε κακό που τύχαινε μπροστά τους.χ 416 Γι’ αυτό κι απ’ το κεφάλι τους χάρος πικρός τους βρήκε.χ 417 Μόν’ έλα τώρα να μου πεις, απ’ του σπιτιού τις δούλεςχ 418 ποιες το ψωμί μου ατίμασαν και ποιες δεν έχουν κρίμα».χ 419 Τότε έτσι η βάγια Ευρύκλεια τ’ απάντησε και του ‘πε·χ 420 «Την πάσα αλήθεια θα σου πω μετά χαράς, παιδί μου.χ 421 Πενήντα στο παλάτι σου έχεις γυναίκες δούλεςχ 422 κι όλες τις μάθαμε δουλειές, και τα μαλλιά να ξαίνουνχ 423 και κάθε κόπο δουλικό μ’ υπομονή να στέργουν.χ 424 Δώδεκα απ’ όλες έπεσαν σε αδιαντροπιά μεγάληχ 425 και μήτε εμένα σέβονταν μηδέ την Πηνελόπη.χ 426 Μόλις πια τώρα τ’ ακριβό μεγάλωσε παιδί σου,χ 427 κι η μάνα του δεν άφηνε τις δούλες να προστάζει.χ 428 Μόν’ άφησέ με ν’ ανεβώ στ’ ανώι, αυτά να μάθειχ 429 κι η Πηνελόπη που ο θεός τη βύθισε στον ύπνο».χ 430 Κι απάντησε ο πολύσοφος Δυσσέας και της είπε·χ 431 «Ακόμα αυτή μην την ξυπνάς μόν’ πες στις δούλες να ᾽ρθουνχ 432 σ’ αυτές που κάνανε άπρεπες δουλειές εδώ από πρώτα».χ 433 Έτσι είπε, κι έφυγε η γριά κι απ’ το παλάτι βγήκε,χ 434 να παραγγείλει γλήγορα στις δούλες, εκεί να ᾽ρθουν.χ 435 Κι εκείνος τον Τηλέμαχο και το χοιροβοσκό τουχ 436 με το βουκόλο κάλεσε κοντά του και τους είπε·χ 437 «Προστάξτε τώρα τους νεκρούς να πάρουν οι γυναίκες,χ 438 κι έπειτα τα πεντάμορφα θρονιά και τα τραπέζιαχ 439 να καθαρίσουν με νερό και τρυπητά σφουγγάρια.χ 440 Κι όταν στην τάξη κάθε τι μες στο παλάτι βάλουν,χ 441 όξω απ’ το σπίτι βγάλτε τις ανάμεσα στο μέροςχ 442 που το στρωμένο αυλόγυρο χωρίζει απ’ το κελάριχ 443 κι εκεί να τις χτυπήσετε με το μακρύ σπαθί σαςχ 444 όσο η ζωή τους να σβηστεί και τις κουφές αγάπες,χ 445 που ‘χανε με τους άτροπους μνηστήρες, να ξεχάσουν».χ 446 Έτσι είπε κι όλες έφτασαν οι δούλες μαζωμένεςχ 447 και δάκρυα χύνανε βροχή, πικρά θρηνολογούσαν.χ 448 Των σκοτωμένων τα κορμιά σηκώσανε και κάτωχ 449 στης καλοτείχιστης αυλής τα πήγαν στο κελάρι,χ 450 το ᾽να με τ’ άλλο σωριαστά. Τις πρόσταζε ο Δυσσέαςχ 451 κι εκείνες θέλοντας και μη τους σκοτωμένους πήραν,χ 452 Έπειτα τα πεντάμορφα θρονιά και τα τραπέζιαχ 453 τα καθαρίζουν με νερό και τρυπητά σφουγγάρια.χ 454 Τότε ο θεϊκός Τηλέμαχος κι ο Εύμαιος κι ο βουκόλος,χ 455 του παλατιού το πάτωμα με ξύστρες τρίψανε όλοχ 456 κι όξω απ’ την πόρτα τα ᾽ριχναν οι δούλες τα σκουπίδια.,χ 457 Κι όταν στην τάξη κάθε τι βάλανε στο παλάτι,χ 458 όξω τις δούλες έσυραν, ανάμεσα στο μέροςχ 459 που το στρωμένο αυλόγυρο χωρίζει απ’ το κελάρι,χ 460 κι όλες εκεί τις έκλεισαν, που γλιτωμό δεν είχαν.χ 461 Κι ο συνετός Τηλέμαχος το λόγο πήρε κι είπε·χ 462 «Δε θέλω αυτές με θάνατο να πάνε τιμημένο,χ 463 που καταράστηκαν συχνά τη μάνα μου κι εμέναχ 464 και που μ’ αγάπες σμίγανε κρυφά με τους μνηστήρες.χ 465 Έτσι είπε κι έδεσε σκοινί, τριγύρω στο κελάρι,χ 466 τρεχαντηριού μαυρόπλωρου, απ’ το μεγάλο στύλοχ 467 κι από ψηλά το τέντωσε στη γης να μην αγγίζουνχ 468 τα πόδια. Κι όπως στη θηλιά, που μες στα χαμοκλάδιαχ 469 έχουν στημένη, πέφτουνε κίχλες και περιστέριαχ 470 κι εκεί που στη φωλιά πετούν χάρο κακό απαντέχουν,χ 471 έτσι είχαν τα κεφάλια τους κι οι δούλες στην αράδα,χ 472 και στο λαιμό τους τις θηλιές να κακοθανατίσουν.χ 473 Λίγο τα πόδια τίναξαν και πέταξε η ψυχή τους.χ 474 Και το Μελάνθιο στης αυλής το πρωτοπόρτι φέρνουν,χ 475 κι αυτιά και μύτη του ᾽κοψαν με τ’ άπονο μαχαίρι,χ 476 και μ’ άγρια λύσσα του ᾽σπαζαν τα χέρια και τα πόδιᾳ.χ 477χ 478 Νίψανε αμέσως έπειτα τα χέρια και τα πόδιαχ 479 και στο Δυσσέα γύρισαν, σαν τέλεψε η δουλειά τους.χ 480 Τότε έτσι εκείνος μίλησε στη βάγια Ευρύκλεια κι είπε·χ 481 «Φέρε μου θειάφι και φωτιά, γερόντισσα, που διώχνειχ 482 κάθε κακό, μονάχος μου το σπίτι να θειαφίσω,χ 483 κι έπειτα πήγαινε να πεις στην Πηνελόπη να ᾽ρθει.χ 484 Κάλεσε εδώ και του σπιτιού τις δούλες να ᾽ρθουν όλες.χ 485 Και στο Δυσσέα απάντησε η βάγια Ευρύκλεια κι είπε˙χ 486 «Όλα, παιδί μου, αυτά σωστά τα μίλησες με τάξη.χ 487 Μον’ άσε να σου φέρω εδώ χιτώνα και χλαμύδα.χ 488 Αυτά τα παλιοκούρελα στις πλάτες σου δεν πρέπειχ 489 να τα φορείς στο σπίτι σου, μη σε κατηγορήσουν ».χ 490 Κι απάντησε ο πολύσοφος Δυσσέας και της είπε·χ 491 «Πρώτα στο σπίτι τη φωτιά ν’ ανάψουν είναι ανάγκη».χ 492 Είπε, κι η βάγια Ευρύκλεια του κάνει ευτύς το λόγοχ 493 κι έφερε θειάφι και φωτιά, κι αμέσως ο Δυσσέαςχ 494 όλο το σπίτι θειάφισε, αυλές μαζί και σάλες.χ 495 Και πήγε στ’ όμορφο η γριά παλάτι του Δυσσέα χ 496 να παραγγείλει γλήγορα σ’ όλες τις δούλες να ᾽ρθουνχ 497 Βγήκαν απ’ το παλάτι αυτές στα χέρια φως κρατώντας χ 498 και στο Δυσσέα. χύθηκαν, τον γλυκοχαιρετούσαν χ 499 και του φιλούσαν με χαρές τους ώμους, το κεφάλι,χ 500 και του ᾽σφιγγαν τα χέρια του. Τότε ένιωσε ο Δυσσέας,χ 501 που την καρδιά τους γνώριζε, γλυκό να κλάψει πόθο.
Αναρτήθηκε από Διηνέκης στις 8:54 μ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

SYNC BLOGS SYNC ME @ SYNC Neemo.gr